 |
Βεγορίτιδας |
 |
H λίμνη Bεγορίτιδα περιβάλλεται βόρεια από το όρος
Bόρας, ανατολικά από το Bέρμιο, νότια από το όρος Σκοπός Kοζάνης και
δυτικά από το ίδιο όρος. Eίναι λίμνη αλπικού τύπου και
τεκτονικής προέλευσης. Eίναι αποδέκτης υδάτων μιας υδρολογικής
λεκάνης περίπου 1.800 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Πιθανότατα προήλθε
από καρστικές προλιμναίες καθιζήσεις κατά τη διάρκεια μεγάλων
γεωλογικών καθιζήσεων του παρελθόντος. Xαρακτηριστικά της ο υψηλός
βαθμός καρστικοποίησης, η δημιουργία δηλαδή λόγω χημικής διάβρωσης
υπογείων κοιλοτήτων και η εμφάνιση μεγάλου συντελεστή κατείσδυσης
των ατμοσφαιρικών κατακρημνισμάτων και η υπόγεια αποθήκευσή τους.
Στη Bεγορίτιδα έχουν καταγραφεί 11 είδη ψαριών: το Tσιρώνι, η
Πλατίκα, το Γριβάδι, η Tούρνα, το Γλήνι και άλλα ενώ γίνονται
τακτικά εμπλουτισμοί της λίμνης και με άλλα ψάρια, αφού συγκριτικά
με τον όγκο της μπορεί να φιλοξενήσει περισσότερα είδη. O μικρός
αριθμός ειδών στη Bεγορίτιδα υποδεικνύει αφενός την πιθανή ύπαρξη
κενών τροφικών οριζόντων και αφ' ετέρου την ύπαρξη μη ισορροπίας στο
οικοσύστημά της. Bασικότερα προβλήματά της είναι η σημαντική ρύπανση
των υδάτων της και η πτώση της στάθμης της. Eπίσης έντονο
παρουσιάζεται το φαινόμενο αυξομείωσης της στάθμης της Bεγορίτιδας.
Aπό το 1896, υπάρχουν στοιχεία που αποδεικνύουν την πτώση και την
επάνοδο των υδάτων της σε ανύποπτο χρόνο, χωρίς αυτό να οφείλεται σε
κλιματολογικούς παράγοντες. Tο Δεκέμβριο του 1994, η στάθμη της
λίμνης έφθασε στο κατώτατο όριό της, στα 511 μ. με μείωση του
υδάτινου όγκου της κατά 80% και μείωση της επιφάνειάς της κατά 40%.
Tο νερό της λίμνης μειώνεται εξαιτίας: 1. Yπεραντλήσεων της ΔEH.
2. Aρδεύσεων για την κάλυψη αναγκών των καλλιεργειών δίπλα στη
λίμνη. 3. Διαρροών από φυσικές καταβόθρες. 4. Aνομβρίας.
5. Aπωλειών λόγω εξάτμισης. H Bεγορίτιδα είναι μία λίμνη που
από ολιγοτροφική μετατρέπεται σταδιακά σε ευτροφική. Tο οικοσύστημά
της είναι ιδιαίτερα ευαίσθητο και εύκολα μπορεί να οδηγηθεί σε
αστάθεια ή σε μία νέα ισορροπία με την κατάλληλη υγιή παρέμβαση.
|
|
 |
Βόλβης και Κορώνειας |
 |
Οι λίμνες Βόλβη και Κορώνεια
συγκαταλέγονται μεταξύ των πέντε μεγαλυτέρων λιμνών της Ελλάδας (2η
η Βόλβη και 4η η Κορώνεια) και βρίσκονται ανατολικά της
Θεσσαλονίκης. Οι δύο λίμνες επικοινωνούν μεταξύ τους με υδάτινα
κανάλια, ενώ η Βόλβη συνδέεται με το Στρυμωνικό Κόλπο μέσω του
μικρού ποταμού Ρήχιου. Είναι προφανές ότι οι δύο αυτές λίμνες
αποτελούσαν κάποτε ένα ενιαίο συγκρότημα αλλά πλέον η φυσιογνωμία
τους είναι διαφορετική: αβαθής, εύτροφη και με λίγο οξυγόνο το
καλοκαίρι η Κορώνεια, βαθύτερη μεσοεύτροφη και με περισσότερο
οξυγόνο το καλοκαίρι η Βόλβη. Στην περιοχή των λιμνών βρίσκονται τα
χωριά Ρεντίνα, Μικρή και Μεγάλη Βόλβη, Σχολάρι, Νυμφόπετρα, Αγ.
Βασίλειος και Λαγκαδάς.
Δύο αξιόλογα δάση υπάρχουν
στην περιοχή: το δάσος της Ρεντίνας (δεξιά και αριστερά από τον
ποταμό Ρήχιο και το δάσος της Απολλωνίας δίπλα από τη λίμνη Βόλβη.
Συνολικά από άποψη χλωρίδας στην ευρύτερη περιοχή έχουν καταγραφεί
336 είδη φυτών, ενώ 13 από αυτά θεωρούνται εξαιρετικά σπάνια. Μεταξύ
των δύο λιμνών βρίσκονται δύο τεράστια υπεραιωνόβια πλατάνια τα
οποία έχουν κηρυχθεί φυσικά μνημεία και φιλοξενούν πλήθος φωλιών από
πουλιά της περιοχής. Στις δύο λίμνες ζουν 24 είδη ψαριών, ενώ έχουν
καταγραφεί 19 είδη αμφιβίων και ερπετών και 34 είδη θηλαστικών. Από
πλευράς ορνιθοπανίδας, έχουν καταγραφεί πάνω από 200 είδη πουλιών. Η
περιοχή αποτελεί στάση στο μεταναστευτικό ταξίδι πολλών πουλιών αλλά
και σημείο διαχείμασης και αναπαραγωγής για άλλα. Τα στενά της
Ρεντίνας συγκεκριμένα, είναι σημαντικό πέρασμα για αρπακτικά όπως ο
φιδαετός, ο χρυσαετός και ο σταυραετός.
Η περιοχή είναι κυρίως
αγροτική, ενώ η αλιεία ασκείται σχεδόν ολόκληρο το χρόνο εκτός από
μια μικρή περίοδο την άνοιξη. Ενδιαφέρον είναι επίσης το γεγονός ότι
η περιοχή της Βόλβης είναι μια από τις λίγες περιοχές που έχουν
μείνει στην Ελλάδα και στην οποία εκτρέφονται ακόμη βουβάλια.
Η μεγαλύτερη απειλή για το
σημαντικό αυτό υγρότοπο των δύο μεγάλων λιμνών είναι η συνεχής
μείωση της στάθμης τους, η οποία οφείλεται είτε στην παρατεταμένη
ανομβρία, είτε στην ανεξέλεγκτη άντληση νερών από τις λίμνες για
άρδευση της γύρω περιοχής.
|
|
 |
Δοϊράνης |
 |
Το
Μπέλλες( 2.031μ.) αποτελεί το φυσικό όριο με
FYROM και ανατολικότερα με Βουλγαρία. Ο επιβλητικός όγκος του βουνού
σε συνδυασμό με τη γαλήνια ομορφιά της λίμνης
Δοϊράνης ,που αποτελεί κι αυτή ένα όριο στα βόρεια
σύνορα μας, συνθέτουν ένα εκπληκτικό τοπίο. Η ανυπαρξία
ασφαλτοστρωμένου οδικού δικτύου στο Μπέλλες διαφύλαξε την ομορφιά
και τη βαθύτατη σιωπή του . Στις ανηφορικές διαδρομές του μπορεί
κανείς να συναντήσει τον εαυτό του, σε ένα ταξίδι της ψυχής ή τα
χνάρια των αγριογούρουνων . Η βλάστηση πλούσια από τα χαμηλά του
βουνού με αιωνόβια πλατάνια, δρυς , σφένδαμο και φράξο μάγεψε και
τους προσκόπους , που έστησαν στο βουνό το περιβαλλοντικό και
κατασκηνωτικό τους κέντρο. Όσοι επισκέπτες σταθούν τυχεροί ,
θ'ανακαλύψουν κρυμμένο σε μια οργιώδη βλάστηση τον καταρράκτη του
Μπέλλες. Ψηλά στο βουνό και μέχρι τα 2000 μέτρα, η βλάστηση χάνεται
και στα όρια της κάποια καμμένα δέντρα, απομεινάρια καταιγίδων. Από
κει αρχίζει το βασίλειο των αετών.
Χαμηλά στις ρίζες του βουνού
, βρίσκεται η λίμνη Δοϊράνη. Στο
χωριό Δοϊράνη, στην όχθη της λίμνης, μπορεί σήμερα ο
επισκέπτης να βρει εγκαταστάσεις για ψάρεμα όλο το χρόνο. Στην
περιοχή δεσπόζει το μνημείο που υπάρχει σε ανάμνηση της μάχης της
Δοϊράνης. Στα καθάρια νερά της καθρεφτίζεται το Μπέλλες, καθώς και
τα σπίτια της αντίπερα όχθης. Τα 2/3 της λίμνης ανήκουν στη FYROM,
μα η νοητή συνοριογραμμή δεν εμποδίζει τα περίφημα γριβάδια να
γυροφέρνουν ελεύθερα. Μόνο τους εμπόδιο τα δίχτυα των ψαράδων, που
τα σηκώνουν με τις πλάβες τους πρωί και απόγευμα. Ο επισκέπτης της
Δοϊράνης θα νιώσει την απέραντη γαλήνη του τόπου, απόσταγμα
ιστορικής διαδρομής πολλών αιώνων και θ'απολαύσει το μαγευτικό
δειλινό, με τα νερά της λίμνης να κοκκινίζουν, καθώς ο ήλιος
βυθίζεται εντός τους. Άβγαλτο ντροπαλό κορίτσι η λίμνη μπροστά στα
βλέμματα των ανθρώπων. Τα πεντακάθαρα νερά της λίμνης, με τις
ιαματικές τους ιδιότητες, προσφέρονται για ψάρεμα όλο το
χρόνο
Η
παραλιακή διαδρομή από τον οικισμό της Δοϊράνης μέχρι το βόρειο άκρο
της λίμνης, την περιοχή των "Χίλιων Δέντρων"
είναι μαγευτική . Οι αιωνόβιες βελανιδιές ανάμεσα στη λίμνη και το
βουνό δημιούργησαν το "Μνημείο της Φύσης".
Ανεβαίνοντας βορειότερα ,
μαζί με την γαλήνια ομορφιά της λίμνης ο επισκέπτης απολαμβάνει ,
κοντά στα Κάτω Σούρμενα , που είναι οικισμός στις
Μουριές, τη δροσιά ενός καταρράκτη του
οποίου τα νερά πέφτουν σχεδόν από 100 μέτρα ύψος. Η πλούσια βλάστηση
από αιωνόβια πλατάνια , σφένταμο και φράξο κάνουν το τοπίο
ειδυλλιακό και ευχάριστο. Συνεχίζοντας την πορεία προς τα σύνορα
συναντά κανείς περιοχές πάνω στο Μπέλες που τις γνωρίζουν καλά όσοι
ασχολούνται με το κυνήγι. Η βλάστηση στα ψηλότερα σημεία μειώνεται ,
αυξάνονται οι αετοφωλιές και φαίνονται πάνω στην οροσειρά οι
πυραμίδες που οριοθετούν τα βόρεια σύνορα της
Ελλάδας
|
|
 |
Κερκίνης |
 |
Η Λίμνη Κερκίνη αποτελεί
ιδιάζουσα περίπτωση υγροτόπου. Έχει δημιουργηθεί τεχνητά από την
κατασκευή ενός φράγματος στο ρου του ποταμού Στρυμώνα αφ' ενός για
αρδευτικούς λόγους, αφ' ετέρου για λόγους έλέγχου των πλημμύρων στην
περιοχή. Η λίμνη περιβάλλεται από τα όρη Κερκίνη (Μπέλες) και
Μαυροβούνι (Κρούσια) και ουσιαστικά εξυπηρετεί αρδευτικά τον κάμπο
των Σερρών.
Οι εργασίες και τα
εγγειοβελτιωτικά έργα στην περιοχή άρχισαν το 1937 και άλλαξαν
δραματικά το τοπίο της περιοχής. Σήμερα, γύρω από τη λίμνη
βρίσκονται τα χωριά Λιθότοπος, Χρυσοχώραφα, Λιμνοχώρι, Μεγαλοχώρι,
Μανδράκι, Νεοχώρι, Λιβάδια και Κερκίνη. Οι συνθήκες σήμερα ευνοούν
την βιοποικιλότητα στη λίμνη και καθιστούν την περιοχή έναν από τους
πιο σημαντικούς υγρότοπους στην Ελλάδα. Ανάλογα με τη ρύθμιση του
φράγματος, η έκταση της λίμνης περιορίζεται στα 45-50.000 στρέμματα
το Φθινόπωρο και το χειμώνα από 70.000 περίπου που είναι την άνοιξη.
Από την πλούσια βλάστηση της
περιοχής θα πρέπει σίγουρα να ξεχωρίσουμε τον σπάνιο για την Ευρώπη
τάπητα από νούφαρα ο οποίος καλύπτει έκταση περίπου 5 τετραγωνικών
χιλιομέτρων και αποτελεί ιδανικό καταφύγιο για τα ψάρια της
περιοχής.
Στην Κερκίνη σήμερα έχουν
καταγραφεί 244 είδη πουλιών, εκ των οποίων τα 70 θεωρούνται
προστατευόμενα είδη σύμφωνα με οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η
λίμνη αποτελεί σημαντική πηγή διατροφής για τα σπάνια είδη
αρπακτικών τα οποία φωλιάζουν στα κοντινά δάση, ενώ στα τρεχούμενα
νερά υπάρχει πληθυσμός άγριας πέστροφας.
Το βασικό πρόβλημα στη
διατήρηση του υγροτόπου είναι ο έλεγχος της στάθμης του νερού μια
και πιθανή ανύψωσή της θα σήμαινε και καταστροφή της πλούσια
βιοποικιλότητας της Κερκίνης.
|
|
 |
Καστοριάς |
 |
Η λίμνη της Καστοριάς είναι ο πολυτιμότερος θησαυρός της πόλης. Είναι το στολίδι της, που το
απολαμβάνει ο επισκέπτης της αλλά και ο Καστοριανός, ως τόπο
αναψυχής και ως κέντρισμα ρομαντισμού και αναπόλησης. Στις ακτές της
λίμνης υπάρχουν αρκετές πλατείες και πάρκα.
Στους ειδικά διαμορφωμένους αυτούς χώρους, ο επισκέπτης έχειτη
δυνατότητα να περπατήσει σε λιθόστρωτες διαδρομές και να θαυμάσει τη
μοναδική φυσική ομορφιά της λίμνης, όλες τις εποχές
του έτους. Η λίμνη Ορεστίδα της
Καστοριάς θεωρείται μορφολογικά η ωραιότερη λίμνη της Ελλάδος και
έχει κηρυχθεί "Μνημείο Φυσικού Κάλλους" από το
Υπουργείο Πολιτισμού. Η φυσική λεκάνη της λίμνης, η οποία
περικλείεται από βουνά εξαίρετης
γεωμορφολογίας, αποτελεί ένα μοναδικό υδροβιότοπο. Είναι ένας
υγρότοπος μεγάλης σημασίας για τα υδρόβια αλλά
και για τα αρπαχτικά πουλιά και χρησιμεύει ως περιοχή αναπαραγωγής,
διατροφής και διαχείμανσης. Συντηρεί πλούσια
ορνιθοπανίδα που περιλαμβάνει σπάνια και απειλούμενα
είδη. Χαρακτηριστικότερα: Λαγγώνα, Ροδοπελεκάνος,
Αργυροπελεκάνος, Αργυροτσικνιάς, Χαλκόκοτα, Βαλτόπαπια,
Χηνοπρίστης, Καλαμόκιρκος, Μουστακογλάρονο,κ.α. Στη λίμνη
υπάρχουν μεγάλες ποσότητες πολλών ειδών ψαριών,
και προσφέρεται για ψάρεμα τόσο
με τις παραδοσιακές βάρκες στα βαθιά νερά όσο και με καλάμι στις ακρολίμνιες περιοχές. Στα νερά της
λίμνης υπάρχουν ψάρια όπως τα γριβάδια, οι
πεταλούδες, τα τσιρόνια, οι τούρνες κ.ά. Το ψάρεμα επιτρέπεται
σχεδόν όλη τη διάρκεια του έτους εκτός την
περίοδο της αναπαραγωγήςτων ψαριών. Είδη αλιείας υπάρχουν σε ειδικά
καταστήματα στην πόλη της Καστοριάς και στο Αργός
Ορεστικό. |
|
 |
Πρέσπας |
 |
Ο υγρότοπος των Πρεσπών
βρίσκεται στο βορειοδυτικό άκρο της Ελλάδας και αποτελεί το σύνορο
με την Αλβανία και την πρώην Γιουγκοσλαβία. Οι λίμνες είναι δύο, η
Μικρή και η Μεγάλη Πρέσπα με έκταση 48 και 288 τετρ. χιλιόμετρα
αντίστοιχα. Όμως από τις δύο λίμνες, στην Ελλάδα ανήκουν τα 44 τετρ.
χιλιόμετρα της Μικρής και μόνο τα 37 τετρ. χιλιόμετρα της Μεγάλης
Πρέσπας. Οι δύο λίμνες παλαιότερα ήταν ενωμένες αλλά τώρα χωρίζονται
από μια αμμώδη νησίδα και επικοινωνούν μόνο με ένα στενό δίαυλο, ενώ
το νερό κυλά από τη Μικρή προς τη Μεγάλη Πρέσπα. Η όλη περιοχή
αποτελεί τον Εθνικό Δρυμό των Πρεσπών και περιλαμβάνει 12 χωριά με
περίπου 1200 κατοίκους.
Οι Πρέσπες είναι από τις
λίγες περιοχές για τις οποίες εκδηλώθηκε τόσο μεγάλο ενδιαφέρον για
τη διατήρηση του περιβαλλοντικού τους πλαισίου, αλλά και για τη
στήριξη της τοπικής οικονομίας. Το ενδιαφέρον αυτό προέρχονταν τόσο
από το Ελληνικό κράτος, όσο και από ξένους οικολογικούς φορείς, όμως
δεν ήταν αρκετό για να συγκρατήσει τη μετανάστευση του νέου σε
ηλικία πληθυσμού από την περιοχή προς τα μεγάλα αστικά κέντρα.
Από πλευράς χλωρίδας η
περιοχή συντηρεί τον εντυπωσιακό αριθμό των 1500 ειδών φυτών. Η
ιχθυοπανίδα περιλαμβάνει 17 είδη ψαριών μεταξύ των οποίων το
ενδημικό είδος ψαριού μπριάνα και ένα είδος άγριας πέστροφας. Από
άποψη πανίδας επίσης περιλαμβάνονται 11 είδη αμφιβίων, 22 είδη
ερπετών, 45 είδη θηλαστικών και πάνω από 260 είδη πουλιών. Ο
υγρότοπος των Πρεσπών είναι παγκοσμίως γνωστός για τις αποικίες των
αργυροπελεκάνων και των ροδοπελεκάνων, τα οποία είναι δύο από τα
σπανιότερα πλέον πουλιά στη γη.
Ένα από τα σημαντικότερα
στοιχεία του Εθνικού δρυμού των Πρεσπών είναι τα ιστορικά και
πολιτιστικά μνημεία που υπάρχουν διάσπαρτα στην περιοχή. Τα
περισσότερα παραδοσιακά οικήματα αλλά και οι ναοί βρίσκονται στα
χωριά Ψαράδες (που βρίσκεται κοντύτερα προς τη Μεγάλη Πρέσπα) και
ʼγιος Γερμανός (που βρίσκεται βορειοανατολικά της Μικρής Πρέσπας),
ενώ ιδιαίτερη επισήμανση θα πρέπει να κάνουμε και στο κατοικημένο
νησί του Αγίου Αχιλλείου στη Μικρή Πρέσπα, στο οποίο βρίσκονται
επίσης 5 ναοί άλλοι σε καλή κατάσταση και άλλοι ερειπωμένοι. Στον
τρόπο καλλιέργειας της περιοχής μπορεί κανείς να ανιχνεύσει ακόμη
στοιχεία από παλιές μορφές εκμετάλλευσης των φυσικών πόρων όπως οι
παλιές ψαράδικες βάρκες, η Παρασκευή κάρβουνου και η αεροξήρανση
ψαριών και λαχανικών.
Κτίριο πληροφόρησης των
επισκεπτών του Εθνικού Δρυμού Πρεσπών υπάρχει στο χωριό Λαιμός,
βόρεια της Μικρής Πρέσπας.
|
|