|
Η Ελλάδα είναι μια χώρα με έντονη γεωμορφολογική ποικιλία: το 70% περίπου της συνολικής έκτασης της χώρας καλύπτεται από βουνά και ταυτόχρονα διαθέτει μια ακτογραμμή με τεράστιο μήκος και μεγάλο αριθμό νησιών και χερσονήσων. Η ποικιλία αυτή επηρεάζει έντονα το κλίμα της χώρας το οποίο και εμφανίζει με τη σειρά του μεγάλες ιδιαιτερότητες, καλύπτοντας από τον ερημικό κλιματολογικό τύπο στα νοτιοανατολικά της Κρήτης κατά το καλοκαίρι, μέχρι τον ηπειρωτικό υγρό και ψυχρό κλιματολογικό τύπο της οροσειράς της Ροδόπης. Αυτό το ψηφιδωτό των μικροκλιματικών τύπων ανά περιοχή, αντικατοπτρίζεται στη μεγάλη ποικιλία χλωρίδας, πανίδας και ιδιαίτερων οικοσυστημάτων σε όλη τη χώρα. Βασικό τμήμα των οικοσυστημάτων αυτών και ένα από τους σημαντικότερους περιβαλλοντικούς πόρους της Ελλάδας αποτελούν οι υγρότοποι. Με την επιστημονική του έννοια ο υγρότοπος αποτελεί μια περιοχή η οποία καλύπτεται μόνιμα ή εποχιακά από ρηχά νερά ή δεν καλύπτεται ποτέ από νερά αλλά διαθέτει ένα υπόστρωμα το οποίο διατηρείται υγρό για μεγάλο χρονικό διάστημα του έτους. Οι συνηθέστεροι τύποι υγροτόπων είναι οι ποταμοί, οι εκβολές των ποταμών και τα δέλτα τους, οι λίμνες, οι λιμνοθάλασσες, οι πηγές, οι παρόχθιες περιοχές, οι τεχνητοί ταμιευτήρες νερού, οι αλυκές, τα έλη και οι τυρφώνες. Ο πιο γνωστός, επίσημος ορισμός του υγροτόπου, είναι αυτός που αναφέρεται στη βασική σύμβαση που ρυθμίζει παγκοσμίως τη διαχείρισή τους, τη Σύμβαση Ραμσάρ: "Υγρότοποι είναι φυσικές ή τεχνητές περιοχές αποτελούμενες από έλη με ξυλώδη βλάστηση, από μη αποκλειστικώς ομβροδίαιτα έλη με τυρφώδες υπόστρωμα, από τυρφώδεις γαίες ή από νερό. Οι περιοχές αυτές κατακλύζονται μόνιμα ή προσωρινά από νερό, το οποίο είναι στάσιμο ή ρέον, γλυκό, υφάλμυρο ή αλμυρό. Σ' αυτές περιλαμβάνονται και εκείνες που καλύπτονται με θαλασσινό νερό, το βάθος του οποίου κατά την άμπωτη δεν ξεπερνά τα έξη μέτρα". Σύμφωνα με τον ίδιο ορισμό στους υγρότοπους, μπορούν να ενταχθούν "οι παρόχθιες ή παράκτιες ζώνες που γειτονεύουν με υγροτόπους ή με νησιά ή με θαλάσσιες υδατοσυλλογές και που είναι μεν βαθύτερες από έξη μέτρα κατά την άμπωτη αλλά βρίσκονται στα όρια του υγροτόπου όπως αυτός ορίζεται παραπάνω". Η Σύμβαση Ραμσάρ καταρτίσθηκε το 1971 ως "Σύμβαση για τους Υγροτόπους Διεθνούς Σημασίας ως Ενδιαιτήματος για Υδρόβια Πουλιά". Έκτοτε, η Σύμβαση Ραμσάρ έγινε εξαιρετικά γνωστή από τη συχνή αναφορά της στα κείμενα που ασχολούνται με θέματα προστασίας του περιβάλλοντος. Η Ελλάδα κύρωσε τη Σύμβαση το 1974, ενώ μέχρι το 1995 πάνω από 90 χώρες την είχαν υπογράψει και την είχαν αποδεχθεί. Οι χώρες που υπογράφουν τη Σύμβαση συμφωνούν ότι οι υγρότοποι αποτελούν αναντικατάστατο φυσικό πόρο με μεγάλη οικονομική, πολιτιστική και επιστημονική καθώς και αξία αναψυχής και ως εκ τούτου επιθυμούν να αποτρέψουν απώλεια των υγροτόπων αναλαμβάνοντας εθνική και διεθνή δράση. Στους υγρότοπους οι οποίοι συνήθως έχουν και πολύπλοκη δομή, συναντά κανείς μεγάλες ποικιλίες από είδη όπως υδρόβια ή υδρόφιλα φυτά, έντομα, ψάρια, αμφίβια, ερπετά, πουλιά και θηλαστικά. Τα είδη αυτά παρουσιάζουν εξαιρετική αλληλεξάρτηση τόσο μεταξύ τους όσο και σε σχέση με το ανόργανο περιβάλλον τους. Ενδεικτικά αξίζει να αναφέρουμε ότι στην Ελλάδα μόνο, τουλάχιστον 138 είδη πουλιών εξαρτώνται με κάποιο τρόπο από τους υγρότοπους, ενώ κάποια συγκεκριμένα είδη χαρακτηρίζονται ως απειλούμενα σε παγκόσμια κλίμακα. Αντιλαμβάνεται έτσι κανείς τη σημασία της διατήρησης των υγροτόπων, μιας και όσοι δεν έχουν υποβαθμισθεί από την ανθρώπινη δραστηριότητα σφύζουν από ζωή πολύτιμη για το περιβάλλον και τις ανθρώπινες δραστηριότητες. Η Ελλάδα από το 1920 μέχρι σήμερα έχει χάσει περίπου το 60% των υγροτόπων της λόγω αποξηράνσεων. Η αποξήρανση αποτελεί την παλαιότερη και σοβαρότερη απειλή για τους υγροτόπους ολόκληρης της Μεσογείου. Οι βασικοί λόγοι των αποξηράνσεων ήταν η αύξηση της γεωργικής καλλιεργήσιμης γης και του διαθέσιμου αρδευτικού νερού, ο έλεγχος των πλημμύρων που κατέστρεφαν τις σοδειές και η αντιμετώπιση του προβλήματος της ελονοσίας. Σήμερα, οι υγρότοποι κινδυνεύουν από την υποβάθμιση, η οποία δεν προέρχεται πλέον από τις αποξηράνσεις αλλά την οικιστική και τουριστική ανάπτυξη. Το 1990 το Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανέθεσαν στο Μουσείο Γουλανδρή Φυσικής Ιστορίας την οργάνωση ενός ειδικού ιδρύματος για τους Ελληνικούς υγροτόπους. Την επομένη χρονιά, το 1991, άρχισε στη Θεσσαλονίκη η λειτουργία του Ελληνικού Κέντρου Βιοτόπων - Υγροτόπων (ΕΚΒΥ). Σύμφωνα με την απογραφή που πραγματοποίησε το ΕΚΒΥ, σήμερα η Ελλάδα έχει περισσότερους από 400 μικρότερους και μεγαλύτερους υγροτόπους, συνολικού εμβαδού πάνω από 2 εκατομμύρια στρέμματα. Τα τελευταία χρόνια, η σημασία των υγροτόπων έχει αρχίσει να αναγνωρίζεται από την ευρύτερη κοινωνία και να γίνεται κατανοητή η ανάγκη ανάληψης δράσης για την προστασία τους. Οι υγροτοπικές εκτάσεις χρήζουν σωστής διαχείρισης και η φροντίδα τους τόσο από το κράτους όσο και από τους ίδιους τους πολίτες είναι αναγκαία και επιβεβλημένη. Ένας από τους όρους της Σύμβασης του Ραμσάρ, είναι ότι κάθε συμβαλλόμενο κράτος οφείλει να ορίσει έναν τουλάχιστον υγρότοπο της επικράτειάς του ως Διεθνή με βάση τα κριτήρια που ορίζει η Σύμβαση, ώστε να συμπεριληφθεί στον Κατάλογο Υγροτόπων Διεθνούς Σημασίας, ο οποίος είναι αλλιώς γνωστός ως Κατάλογος Ραμσάρ. Η Ελλάδα έχει εντάξει 11 υγροτόπους της στον Κατάλογο Ραμσάρ, τους οποίους και σας παρουσιάζουμε αναλυτικά στο τμήμα αυτό. |
Ο ποταμός Έβρος με μήκος 530 χιλιομέτρων είναι ο
μεγαλύτερος σε μήκος ποταμός της Βαλκανικής χερσονήσου. Από αυτά τα 520
χιλιόμετρα, τα 204 ανήκουν σε ελληνικό έδαφος. Ο ποταμός χύνεται στο
Αιγαίο πέλαγος δημιουργώντας ένα εξαιρετικά εκτενές δέλτα. Η συνολική
έκταση του δέλτα αυτού είναι περίπου 200.000 στρέμματα, εκ των οποίων τα
150.000 βρίσκονται στην Ελλάδα. Τα 80.000 απ' αυτά αποτελούν την έκταση η
οποία έχει ενταχθεί στη Σύμβαση Ραμσάρ.
Το καλοκαίρι η ροή του ποταμού είναι μειωμένη και τα
θαλάσσια νερά διεισδύουν στην κοίτη του ποταμού, εισχωρώντας αρκετά μέσα
στην ξηρά, με αποτέλεσμα να παρουσιάζονται ποικιλόμορφες ακτές, μικρές
νησίδες, λιμνοθάλασσες, έλη, αμμοθίνες και διάφοροι άλλοι σχηματισμοί, οι
οποίοι μαρτυρούν ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο σύστημα. Κατά τη ρωμαϊκή εποχή
στην ευρύτερη περιοχή ήταν χτισμένη η Τραϊανούπολη (που πήρε το όνομά της
από τον ιδρυτή της Τραϊανό). Ο σημερινός αρχαιολογικός χώρος διαθέτει και
τις ομώνυμες ιαματικές πηγές, δίνοντας έτσι τη δυνατότητα στον επισκέπτη
να συνδυάσει την ομορφιά του τοπίου με τον ιαματικό τουρισμό. Η θέση του Δέλτα του Έβρου ως προς τον άξονα
μετανάστευσης των αποδημητικών πτηνών, το ήπιο κλίμα και η μέχρι πριν λίγα
χρόνια σχετική απομόνωση της περιοχής, είναι οι παράγοντες στους οποίους
οφείλεται η μεγάλη βιοποικιλότητα που παρουσιάζει σήμερα το Δέλτα. Από
άποψη βλάστησης έχουν καταγραφεί συνολικά περισσότερα από 350
φυτικά είδη. Ιδιαίτερη επισήμανση θα πρέπει να γίνει στο άνω
τμήμα του Δέλτα το οποίο επηρεάζεται κυρίως από το γλυκό νερό και
αναπτύσσει δενδρώδη βλάστηση, σχηματίζοντας ζώνη παραποτάμιου δάσους από
υδρόφιλα είδη. Στον ποταμό και στο Δέλτα απαντώνται επίσης 45 διαφορετικά
είδη ψαριών, από τα οποία άλλα είναι γλυκών νερών και άλλα θαλασσινά.
Επίσης έχουν καταγραφεί 7 είδη αμφιβίων και 21 είδη ερπετών, ενώ οι
εκτιμήσεις αναφέρουν ότι τα είδη θηλαστικών που ζουν στην ευρύτερη περιοχή
ξεπερνούν τα 40. Το σημαντικότερο όμως τμήμα του Δέλτα του Έβρου είναι
αναμφίβολα η ορνιθοπανίδα που φιλοξενεί: έχουν καταμετρηθεί 304 είδη
πουλιών σε σύνολο 408 ειδών που υπάρχουν στην Ελλάδα γενικά, αποτελώντας
έτσι ένα σημείο με ορνιθολογικό πλούτο ο οποίος μόνο με λίγους υγρότοπους
συγκρίνεται σε Ευρωπαϊκό επίπεδο. Το Δέλτα του Έβρου δεν χρησιμεύει μόνο
ως σταθμός διαχείμασης ή ενδιάμεσος σταθμός μεταναστευτικών πουλιών αλλά
και ως τόπος αναπαραγωγής σπανίων και απειλουμένων ειδών πτηνών. Κατά την
εαρινή και φθινοπωρινή μετανάστευση πάντως, πολλά είδη πουλιών σταθμεύουν
στο Δέλτα για ανάπαυση και αναζήτηση τροφής. Επίσης, η ιδανική θέση του
Δέλτα μεταξύ Ευρώπης, Ασίας και Αφρικής, έχει ως συνέπεια την εμφάνιση
εκεί διαφόρων ειδών πουλιών τα οποία είτε δεν απαντώνται καθόλου, είτε
απαντώνται πολύ σπάνια στον υπόλοιπο Ευρωπαϊκό χώρο. Η επίσκεψη εκεί τις
συγκεκριμένες εποχές χαρίζει στον επισκέπτη μια πραγματική ορνιθολογική
πανδαισία χρωμάτων. Η πολιτική διαχείρισης του υγροτόπου του Δέλτα
εστιάζεται κυρίως στον έλεγχο της αλιείας και της βόσκησης καθώς και στον
αυστηρό έλεγχο του κυνηγίου στην περιοχή - μέρος της οποίας έχει κηρυχθεί
καταφύγιο θηραμάτων.
Η περιοχή αποτελείται από μια σειρά παράκτιων λιμνών
οι οποίες σε συνδυασμό με τις εκβολές των ποταμών της ευρύτερης περιοχής
σχηματίζουν ένα ενιαίο υγροτοπικό σύστημα. Η λίμνη Ισμαρίδα (ή αλλιώς
Μητρικού) είναι η μοναδική σε ολόκληρη τη Θράκη η οποία έχει εξ' ολοκλήρου
μονίμως γλυκό νερό, καθώς η γειτονική Βιστονίδα έχει γλυκά νερά μόνο στο
βόρειο τμήμα της και υφάλμυρα στο νότιο. Η έκταση της Ισμαρίδας είναι
3.400 στρέμματα και απέχει 4-5 χιλιόμετρα από το Θρακικό Πέλαγος. Στη
λίμνη εκβάλει ο ποταμός Βοζβόης ο οποίος κατέρχεται από τους λόφους βόρεια
της Κομοτηνής. Στο σημείο εκβολής του σχηματίζει μικρό δελταϊκό σύστημα.
Παλαιότερα ο ποταμός συνέχιζε την πορεία του μέχρι το Θρακικό Πέλαγος αλλά
σήμερα στο σημείο εκροής του βρίσκεται μόνιμα σχεδόν ένα φράγμα η
λειτουργία του οποίου ελέγχεται από τον ολιγομελή συνεταιρισμό ψαράδων της
Μαρώνειας. Ένας δεύτερος και μεγαλύτερος από τον Βοζβόη ποταμός, ο Λίσσος
(Φιλιούρης), τροφοδοτεί με νερά τη λίμνη κυλώντας ανατολικά της και
εκβάλλοντας στο Θρακικό Πέλαγος.
Στα δυτικά της Ισμαρίδας και πολύ κοντά στη θάλασσα -
επικοινωνώντας με αυτή - βρίσκονται οι λιμνοθάλασσες της Ροδόπης, οι
οποίες από τα ανατολικά προς τα δυτικά είναι οι Έλος, Πτελέα, Αλυκή
(Μέση), Αρωγή (Καρατζά) και Ξηρολίμνη (Φαναρίου). Όλες έχουν αλμυρό νερό
και συνολικά η έκτασή τους είναι 14 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Η Ισμαρίδα είναι ρηχή λίμνη με μέγιστο βάθος 1,5 μέτρο
και μέσο βάθος 1 μέτρο, ενώ ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της βλάστησής
της είναι οι πυκνοί καλαμώνες της. Από άποψη πανίδας, τα πουλιά είναι
εκείνα που συμβάλουν στο μεγάλο βαθμό διεθνούς σπουδαιότητας του
συγκεκριμένου υγροτοπικού συστήματος. Μόνο στην Ισμαρίδα έχουν καταγραφεί
περίπου 200 διαφορετικά είδη πουλιών πολλά από τα οποία δεν απαντώνται
ούτε σε γειτονικά οικοσυστήματα, λόγω του ότι μόνο η Ισμαρίδα διαθέτει
τους απαραίτητους για την αναπαραγωγή πυκνούς καλαμώνες. Οι λιμνοθάλασσες
του υγροτόπου προσφέρουν μεγάλη ποικιλία βυθού αλλά και καταφυγίων για τα
πουλιά με αποτέλεσμα η περιοχή να αποτελεί και βασικό τόπο διαχείμασης
σπανίων πουλιών όπως για παράδειγμα ο αργυροπελεκάνος. Η περιοχή αποτελεί
και το βασικό σημείο συγκέντρωσης των φοινικοπτέρων στην Ελλάδα, ενώ ο
συνολικός αριθμός πτηνών όλων των ειδών που έχει καταμετρηθεί κατά μέσο
όρο φτάνει τα 10.000. Οι κίνδυνοι που έχουν επισημανθεί και αντιμετωπίζονται
στο συγκεκριμένο υγρότοπο είναι η ανεξέλεγκτη άντληση νερού για άρδευση
και η ρύπανση από γεωργικά απόβλητα που μεταφέρουν οι ποταμοί στη Λίμνη. Ο
υγρότοπος αυτός, από τους σημαντικότερους στην Ελλάδα, διαφυλάσσεται με
ιδιαίτερη προσοχή μια και αποτελεί την περιοχή εξάπλωσης και αναπαραγωγής
του συνολικού Ελληνικού αλλά και Ευρωπαϊκού πληθυσμού συγκεκριμένων
σπάνιων ειδών πουλιών.
Όποιος επιλέξει να κάνει τη διαδρομή από την Κομοτηνή
στην Ξάνθη, θα έχει την τύχη να διασχίσει με το αυτοκίνητό έναν από τους
πιο ωραίους υγροτόπους της Ελλάδας αλλά και της Ευρώπης. Αναμφίβολα το
σήμα κατατεθέν της διαδρομής αποτελεί το εκκλησάκι του Αϊ Νικόλα χτισμένο
σε ένα μικρό νησάκι μέσα στη λιμνοθάλασσα το οποίο ενώνεται με την ξηρά με
μια ξύλινη γέφυρα.
Η ονομασία Πόρτο Λάγος προέρχεται από την ενετική
ονομασία Porto Lago (το λιμάνι της λίμνης). Η λιμνοθάλασσα συνδέεται με τη
θάλασσα με φυσικό δίαυλο πλάτους 60 και μήκους 500 περίπου μέτρων αλλά και
με τη λίμνη Βιστονίδα η οποία εκτείνεται από την άλλη πλευρά του δρόμου,
μέσω τριών στομίων εκ των οποίων το καθένα είναι πλάτους 5-10 μέτρων
περίπου. Η Βιστονίδα έχει έκταση 45 τετραγωνικά χιλιόμετρα και μέσο βάθος
2 - 2,5 μέτρα, ενώ χαρακτηρίζεται από το σπάνιο για τα Ελληνικά δεδομένα
φαινόμενο του να διαθέτει γλυκά νερά στο βόρειο τμήμα της - το οποίο
δέχεται τις εισροές των τριών ποταμών Κόσυνθου (Ξανθιώτη), Κομψάτου
(Πολύανθου) και Τραύου (Ασπροπόταμου) - και υφάλμυρα νερά στο νότιο τμήμα
της το οποίο επικοινωνεί με τη θάλασσα. Η περιοχή έχει μακρά ιστορία, αναφέρεται επίσης και
στις μυθολογικές περιπέτειες του Ηρακλή ως η περιοχή όπου κατοικούσε η
θρακική φυλή των Βιστόνων (απ' όπου και η λίμνη πήρε το όνομά της) με
βασιλιά τους τον Διομήδη, τα ανθρωποφάγα άλογα του οποίου ήρθε να πάρει ο
Ηρακλής για να τα πάει στο βασιλιά των Μυκηνών Ευρυσθέα. Στην περιοχή οι
δύο πόλεις που δημιουργήθηκαν κατά την αρχαιότητα, τα Αβδηρα και η Δίκαια,
έγιναν γνωστές ως οι πατρίδες μεγάλων φυσιογνωμιών όπως ο Δημόκριτος, ο
Λεύκιππος, ο Πρωταγόρας, ο Βίων κ.α. Στις νεότερες εποχές το Πόρτο Λάγος
ήταν λιμάνι που παρουσίαζε αξιόλογη κίνηση μέχρι και τον προηγούμενο
αιώνα. Ως πόλη ήταν μεγαλύτερη από την Καβάλα και υπήρχαν πρακτορεία όλων
των Ελληνικών και Ευρωπαϊκών ναυτιλιακών εταιρειών καθώς και προξενεία της
Γαλλίας και Αυστροουγγαρίας. Η ποικιλομορφία της περιοχής είναι πραγματικά σπάνια.
Κοντά στο χωριό του Πόρτο Λάγος υπάρχουν δύο πευκοδάση εκ των οποίων το
ένα φιλοξενεί μεγάλη αποικία ερωδιών. Ένα από τα δυνατά σημεία όμως της
περιοχής αποτελεί η ιχθυοποικιλότητα: στην ευρύτερη περιοχή της λίμνης και
της λιμνοθάλασσας έχουν καταγραφεί περίπου 61 διαφορετικά είδη ψαριών.
Εμπορικά, τα σημαντικότερα είδη είναι οι κέφαλοι και τα χέλια, ενώ η
περιοχή κατατάσσεται μεταξύ των πρώτων λιμνών και λιμνοθαλασσών της χώρας
σε ιχθυοπαραγωγή. Όσον αφορά τα πουλιά έχουν καταγραφεί 264 διαφορετικά
είδη. Σημαντικοί είναι οι πληθυσμοί ερωδιών και αργυροπελεκάνων που
φιλοξενούνται στην περιοχή ενώ ο υγρότοπος αποτελεί σταθερό σημείο στάσης
για ανάπαυση και τροφή μεγάλων μεταναστευτικών σμηνών.
O ποταμός Νέστος είναι ένας από τους μεγαλύτερους ποταμούς της χώρας αν και οι πηγές του βρίσκονται στην οροσειρά Ρίλα της Βουλγαρίας. Στην Ελλάδα ο ποταμός κυλά επί 130 χιλιόμετρα πριν τελικά καταλήξει στο Θρακικό πέλαγος. Το εκτεταμένο Δέλτα του εκτείνεται ουσιαστικά από τη γέφυρα των Τοξοτών μέχρι το σημείο εκβολής του και καταλαμβάνει έκταση 550.000 στρεμμάτων. Δίπλα από την ακτή βρίσκονται οι λιμνοθάλασσες του Νέστου, οι οποίες με τη σειρά είναι η Βάσσοβα, το Ερατεινό, το Αγίασμα, η Κεραμωτή, η Κοκάλα, το Χαϊδευτό, το Μοναστηράκι και τα Μάγγανα, με συνολική έκταση περίπου 12.000 στρέμματα.
Η σημαντικότερη ενιαία περιοχή του υγροτόπου είναι το πυκνό δάσος με υδρόφιλη βλάστηση το οποίο είναι γνωστό ως Κοτζά Ορμάν (Μεγάλο Δάσος). Μέχρι το 1930 το δάσος αυτό εκτείνονταν σε περισσότερο από 70.000 στρέμματα και σχεδόν ήταν αδιάβατο και παρθένο. Από το 1930 όμως μέχρι το 1950 έγιναν εργασίες διευθέτησης του ποταμού οι οποίες είχαν σαν αποτέλεσμα την εκχέρσωση του μεγαλυτέρου τμήματος του δάσους με συνέπεια να χαθεί ένα από τα εναπομείναντα παραποτάμια δάση της Ευρώπης. Σήμερα παρ' όλ' αυτά το εναπομείναν τμήμα του δάσους και οι λιμνοθάλασσες διατηρούν ένα σύστημα με μεγάλη βιοποικιλότητα.
Στο Δέλτα του Νέστου έχουν καταγραφεί 41 είδη ψαριών, 20 είδη ερπετών, 11 είδη αμφιβίων και 14 είδη θηλαστικών ενώ από πλευράς ορνιθοπανίδας έχουν καταγραφεί συνολικά 261 είδη πουλιών. Το παραποτάμιο δάσος και η περιοχή κοντά στις ακτές είναι σημαντικά μέρη για αναπαραγωγή, οι λιμνοθάλασσες ως στάσεις για τροφή και ανάπαυση κατά τη μετανάστευση και ο ποταμός για διαχείμαση.
Εξαιρετικές εικόνες από το Δέλτα του Νέστου μπορείτε να έχετε εάν κάνετε τη διαδρομή Θεσσαλονίκη - Αλεξανδρούπολη με τρένο. Είναι από τους λίγους υγρότοπους τους οποίους η σιδηροδρομική γραμμή διασχίζει για μεγάλο διάστημα στο βόρειο τμήμα του. Ίσως στην επαφή αυτή να οφείλεται και το γεγονός ότι είναι ένας από τους υγροτόπους για τους οποίους εκδηλώθηκε μεγάλο ενδιαφέρον Ελληνικών και ξένων περιβαλλοντικών οργανώσεων. Στη Χρυσούπολη ιδρύθηκε από την τοπική περιβαλλοντική οργάνωση, το πρώτο μικρό μουσείο υγροτόπου στην Ελλάδα.
Η διατήρηση του υγροτόπου είναι σημαντικός στόχος για όλους τους κατοίκους της περιοχής. Η Δασική Υπηρεσία κάνοντας αποφασιστικά βήματα προς αυτή την κατεύθυνση από τα μέσα της δεκαετίας του '90 και μετά, περιέφραξε ολόκληρες περιοχές απαγορεύοντας κάθε χρήση - ενέργεια η οποία σιγά-σιγά άρχισε να επαναφέρει το παραποτάμιο δάσος αλλά και κάποια είδη θηλαστικών τα οποία είχαν εξαφανιστεί από την περιοχή.
Η Λίμνη Κερκίνη αποτελεί ιδιάζουσα περίπτωση
υγροτόπου. Έχει δημιουργηθεί τεχνητά από την κατασκευή ενός φράγματος στο
ρου του ποταμού Στρυμώνα αφ' ενός για αρδευτικούς λόγους, αφ' ετέρου για
λόγους έλέγχου των πλημμύρων στην περιοχή. Η λίμνη περιβάλλεται από τα όρη
Κερκίνη (Μπέλες) και Μαυροβούνι (Κρούσια) και ουσιαστικά εξυπηρετεί
αρδευτικά τον κάμπο των Σερρών.
Οι εργασίες και τα εγγειοβελτιωτικά έργα στην περιοχή
άρχισαν το 1937 και άλλαξαν δραματικά το τοπίο της περιοχής. Σήμερα, γύρω
από τη λίμνη βρίσκονται τα χωριά Λιθότοπος, Χρυσοχώραφα, Λιμνοχώρι,
Μεγαλοχώρι, Μανδράκι, Νεοχώρι, Λιβάδια και Κερκίνη. Οι συνθήκες σήμερα
ευνοούν την βιοποικιλότητα στη λίμνη και καθιστούν την περιοχή έναν από
τους πιο σημαντικούς υγρότοπους στην Ελλάδα. Ανάλογα με τη ρύθμιση του
φράγματος, η έκταση της λίμνης περιορίζεται στα 45-50.000 στρέμματα το
Φθινόπωρο και το χειμώνα από 70.000 περίπου που είναι την άνοιξη. Από την πλούσια βλάστηση της περιοχής θα πρέπει
σίγουρα να ξεχωρίσουμε τον σπάνιο για την Ευρώπη τάπητα από νούφαρα ο
οποίος καλύπτει έκταση περίπου 5 τετραγωνικών χιλιομέτρων και αποτελεί
ιδανικό καταφύγιο για τα ψάρια της περιοχής. Στην Κερκίνη σήμερα έχουν καταγραφεί 244 είδη πουλιών,
εκ των οποίων τα 70 θεωρούνται προστατευόμενα είδη σύμφωνα με οδηγίες της
Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η λίμνη αποτελεί σημαντική πηγή διατροφής για τα σπάνια
είδη αρπακτικών τα οποία φωλιάζουν στα κοντινά δάση, ενώ στα τρεχούμενα
νερά υπάρχει πληθυσμός άγριας πέστροφας. Το βασικό πρόβλημα στη διατήρηση του υγροτόπου είναι ο
έλεγχος της στάθμης του νερού μια και πιθανή ανύψωσή της θα σήμαινε και
καταστροφή της πλούσια βιοποικιλότητας της Κερκίνης.
Οι λίμνες Βόλβη και Κορώνεια συγκαταλέγονται μεταξύ των πέντε μεγαλυτέρων λιμνών της Ελλάδας (2η η Βόλβη και 4η η Κορώνεια) και βρίσκονται ανατολικά της Θεσσαλονίκης. Οι δύο λίμνες επικοινωνούν μεταξύ τους με υδάτινα κανάλια, ενώ η Βόλβη συνδέεται με το Στρυμωνικό Κόλπο μέσω του μικρού ποταμού Ρήχιου. Είναι προφανές ότι οι δύο αυτές λίμνες αποτελούσαν κάποτε ένα ενιαίο συγκρότημα αλλά πλέον η φυσιογνωμία τους είναι διαφορετική: αβαθής, εύτροφη και με λίγο οξυγόνο το καλοκαίρι η Κορώνεια, βαθύτερη μεσοεύτροφη και με περισσότερο οξυγόνο το καλοκαίρι η Βόλβη. Στην περιοχή των λιμνών βρίσκονται τα χωριά Ρεντίνα, Μικρή και Μεγάλη Βόλβη, Σχολάρι, Νυμφόπετρα, Αγ. Βασίλειος και Λαγκαδάς.
Δύο αξιόλογα δάση υπάρχουν στην περιοχή: το δάσος της Ρεντίνας (δεξιά και αριστερά από τον ποταμό Ρήχιο και το δάσος της Απολλωνίας δίπλα από τη λίμνη Βόλβη. Συνολικά από άποψη χλωρίδας στην ευρύτερη περιοχή έχουν καταγραφεί 336 είδη φυτών, ενώ 13 από αυτά θεωρούνται εξαιρετικά σπάνια. Μεταξύ των δύο λιμνών βρίσκονται δύο τεράστια υπεραιωνόβια πλατάνια τα οποία έχουν κηρυχθεί φυσικά μνημεία και φιλοξενούν πλήθος φωλιών από πουλιά της περιοχής. Στις δύο λίμνες ζουν 24 είδη ψαριών, ενώ έχουν καταγραφεί 19 είδη αμφιβίων και ερπετών και 34 είδη θηλαστικών. Από πλευράς ορνιθοπανίδας, έχουν καταγραφεί πάνω από 200 είδη πουλιών. Η περιοχή αποτελεί στάση στο μεταναστευτικό ταξίδι πολλών πουλιών αλλά και σημείο διαχείμασης και αναπαραγωγής για άλλα. Τα στενά της Ρεντίνας συγκεκριμένα, είναι σημαντικό πέρασμα για αρπακτικά όπως ο φιδαετός, ο χρυσαετός και ο σταυραετός.
Η περιοχή είναι κυρίως αγροτική, ενώ η αλιεία ασκείται σχεδόν ολόκληρο το χρόνο εκτός από μια μικρή περίοδο την άνοιξη. Ενδιαφέρον είναι επίσης το γεγονός ότι η περιοχή της Βόλβης είναι μια από τις λίγες περιοχές που έχουν μείνει στην Ελλάδα και στην οποία εκτρέφονται ακόμη βουβάλια.
Η μεγαλύτερη απειλή για το σημαντικό αυτό υγρότοπο των δύο μεγάλων λιμνών είναι η συνεχής μείωση της στάθμης τους, η οποία οφείλεται είτε στην παρατεταμένη ανομβρία, είτε στην ανεξέλεγκτη άντληση νερών από τις λίμνες για άρδευση της γύρω περιοχής.
Μιλώντας για τον υγρότοπο των ποταμών Γαλλικού, Αξιού, Λουδία, Αλιάκμονα και των Δέλτα τους, ουσιαστικά μιλάμε για την ευρύτερη περιοχή του Θερμαϊκού κόλπου της Θεσσαλονίκης - έκταση η οποία ξεκινά από την Επανωμή και φθάνει μέχρι την Αλυκή Κίτρους διατρέχοντας όλο το περίγραμμα του Θερμαϊκού.
Ο Λουδίας, ο Αξιός και ο Γαλλικός αναφέρονται σε κείμενα ης αρχαιότητας από τον Όμηρο, τον Ευρυπίδη και τον Ηρόδοτο. Ο τελευταίος μάλιστα λεει ότι περίπου 1 εκ. Πέρσες στρατιώτες του Ξέρξη στρατοπέδευσαν εκεί το 480 π.Χ. κάνοντας τον ποταμό Γαλλικό να στερέψει καθώς δεν ήταν σε θέση να τους ξεδιψάσει. Στους "βάλτους" της ίδιας περιοχής, διαδραματίζονται οι περιπέτειες του μακεδονικού Αγώνα των "Μυστικών του Βάλτου" της Πηνελόπης Δέλτα. Από όλους αυτούς τους ποταμούς μεγαλύτερος είναι ο Αξιός, οποίος είναι και ένας από τους μεγαλύτερους της Βαλκανικής με συνολικό μήκος 380 χιλιόμετρα. Ο Γαλλικός είναι πλέον περισσότερο χείμαρρος παρά ποταμός, ενώ ο Λουδίας μετατράπηκε σε στραγγιστική τάφρο. Η μεγαλύτερη παρέμβαση στην περιοχή έγινε το 1934 με την ευθυγράμμιση της κοίτης του Αξιού ποταμού, ο οποίος απειλούσε με πρόσχωση το λιμάνι της Θεσσαλονίκης. Με τη λήξη των εγγειοβελτιωτικών έργων τα υλικά που εναποτίθονταν πλέον από τους δύο ποταμούς Αξιό και Αλιάκμονα δημιούργησαν το Δέλτα των ποταμών με τη μορφή που έχει σήμερα.
Στην περιοχή έχουν παρατηρηθεί 215 είδη πουλιών, με πιο χαρακτηριστικούς τους ερωδιούς, οι οποίοι σχηματίζουν εκεί μια από τις σημαντικότερες αποικίες τους στη Ελλάδα και στην Ευρώπη. Πολλά είδη πουλιών (όπως ο αργυροπελεκάνος και η λεπτομύτα) απειλούνται παγκοσμίως με εξαφάνιση.
Ο Αλιάκμονας διαθέτει 33 είδη ψαριών ενώ ο Αξιός 36, ενώ στο Δέλτα τους συναντώνται κέφαλοι και λαβράκια. Στις αβαθείς θαλάσσιες εκτάσεις που δημιουργούνται βρίσκει χώρο αναπαραγωγής ο γόνος πολλών ψαριών του Αιγαίου ενώ στην περιοχή παράγεται περίπου το 90% της συνολικής παραγωγής μυδιών στην Ελλάδα. Η Αλυκή Κίτρους είναι μια έκταση 2.540 στρεμμάτων από την οποία παράγονται ετησίως 15 - 20.000 τόνοι αλάτι.
Η γειτνίαση του υγρότοπου με το μεγάλο αστικό κέντρο της Θεσσαλονίκης αλλά και η υπεράντληση νερών για την άρδευση της περιοχής (οι πεδιάδες της Θεσσαλονίκης, της Βέροιας και του Αξιού αρδεύονται με νερά της περιοχής) είναι οι βασικές απειλές για τον υγρότοπο αυτό. Η εξαιρετική ποικιλομορφία όμως της περιοχής και η μεγάλη σπουδαιότητά της ως τόπου διατήρησης συγκεκριμένων ειδών ορνιθοαπνίδας, είναι τα δύο κύρια στοιχεία που τονίζουν τη διεθνή σημασία του υγρότοπου αυτού.
Ο υγρότοπος των Πρεσπών βρίσκεται στο βορειοδυτικό άκρο της Ελλάδας και αποτελεί το σύνορο με την Αλβανία και την πρώην Γιουγκοσλαβία. Οι λίμνες είναι δύο, η Μικρή και η Μεγάλη Πρέσπα με έκταση 48 και 288 τετρ. χιλιόμετρα αντίστοιχα. Όμως από τις δύο λίμνες, στην Ελλάδα ανήκουν τα 44 τετρ. χιλιόμετρα της Μικρής και μόνο τα 37 τετρ. χιλιόμετρα της Μεγάλης Πρέσπας. Οι δύο λίμνες παλαιότερα ήταν ενωμένες αλλά τώρα χωρίζονται από μια αμμώδη νησίδα και επικοινωνούν μόνο με ένα στενό δίαυλο, ενώ το νερό κυλά από τη Μικρή προς τη Μεγάλη Πρέσπα. Η όλη περιοχή αποτελεί τον Εθνικό Δρυμό των Πρεσπών και περιλαμβάνει 12 χωριά με περίπου 1200 κατοίκους.
Οι Πρέσπες είναι από τις λίγες περιοχές για τις οποίες εκδηλώθηκε τόσο μεγάλο ενδιαφέρον για τη διατήρηση του περιβαλλοντικού τους πλαισίου, αλλά και για τη στήριξη της τοπικής οικονομίας. Το ενδιαφέρον αυτό προέρχονταν τόσο από το Ελληνικό κράτος, όσο και από ξένους οικολογικούς φορείς, όμως δεν ήταν αρκετό για να συγκρατήσει τη μετανάστευση του νέου σε ηλικία πληθυσμού από την περιοχή προς τα μεγάλα αστικά κέντρα.
Από πλευράς χλωρίδας η περιοχή συντηρεί τον εντυπωσιακό αριθμό των 1500 ειδών φυτών. Η ιχθυοπανίδα περιλαμβάνει 17 είδη ψαριών μεταξύ των οποίων το ενδημικό είδος ψαριού μπριάνα και ένα είδος άγριας πέστροφας. Από άποψη πανίδας επίσης περιλαμβάνονται 11 είδη αμφιβίων, 22 είδη ερπετών, 45 είδη θηλαστικών και πάνω από 260 είδη πουλιών. Ο υγρότοπος των Πρεσπών είναι παγκοσμίως γνωστός για τις αποικίες των αργυροπελεκάνων και των ροδοπελεκάνων, τα οποία είναι δύο από τα σπανιότερα πλέον πουλιά στη γη.
Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία του Εθνικού δρυμού των Πρεσπών είναι τα ιστορικά και πολιτιστικά μνημεία που υπάρχουν διάσπαρτα στην περιοχή. Τα περισσότερα παραδοσιακά οικήματα αλλά και οι ναοί βρίσκονται στα χωριά Ψαράδες (που βρίσκεται κοντύτερα προς τη Μεγάλη Πρέσπα) και ʼγιος Γερμανός (που βρίσκεται βορειοανατολικά της Μικρής Πρέσπας), ενώ ιδιαίτερη επισήμανση θα πρέπει να κάνουμε και στο κατοικημένο νησί του Αγίου Αχιλλείου στη Μικρή Πρέσπα, στο οποίο βρίσκονται επίσης 5 ναοί άλλοι σε καλή κατάσταση και άλλοι ερειπωμένοι. Στον τρόπο καλλιέργειας της περιοχής μπορεί κανείς να ανιχνεύσει ακόμη στοιχεία από παλιές μορφές εκμετάλλευσης των φυσικών πόρων όπως οι παλιές ψαράδικες βάρκες, η Παρασκευή κάρβουνου και η αεροξήρανση ψαριών και λαχανικών.
Κτίριο πληροφόρησης των επισκεπτών του Εθνικού Δρυμού Πρεσπών υπάρχει στο χωριό Λαιμός, βόρεια της Μικρής Πρέσπας.
Ο Αμβρακικός Κόλπος είναι ένας από τους μεγαλύτερους υγρότοπους της Ελλάδας και από άποψη μεγέθους αλλά και από άποψη σημαντικότητας. Ο έκτασης 400 τετρ. χιλιόμετρα περίπου Κόλπος, μεταξύ Στερεάς Ελλάδας και Ηπείρου, αποτελεί μια κλειστή θάλασσα, η οποία περιλαμβάνει πολλούς μικρότερους υγρότοπους. Ο Αμβρακικός επικοινωνεί με το Ιόνιο Πέλαγος μέσω του πορθμού της Πρέβεζας. Στο βόρειο τμήμα του Αμβρακικού υπάρχει το σύστημα των Δέλτα των ποταμών Αραχθου και Λούρου. Στην περιοχή σχηματίζεται ένα πραγματικό μωσαϊκό υγροτόπων με μεγάλες λιμνοθάλασσες, παραποτάμιες ζώνες, καλαμώνες και σχηματισμούς αμμολωρίδων οι οποίες χωρίζουν τις λιμνοθάλασσες από τον Κόλπο.
Τρεις είναι οι βασικές λιμνοθάλασσες της περιοχής: η λιμνοθάλασσα της Ροδιάς, με έκταση 15.000 στρέμματα γνωστή και ως ένας από τους πιο παραγωγικούς χελότοπους της Ελλάδας από την οποία μεγάλες ποσότητες χελιών εξάγονται σε άλλες Ευρωπαϊκές χώρες, η λιμνοθάλασσα Τσουκαλιό, με έκταση 17.000 στρέμματα νότια της Ροδιάς, στο δυτικό άκρο της οποίας εκβάλει ο ποταμός Λούρος και η λιμνοθάλασσα Λογαρού, με έκταση 28.000 στρέμματα στα ανατολικά του Τσουκαλιού, περιοχή πλούσια σε αλιεύματα. Στις λιμνοθάλασσες κυριαρχούν μεγάλες εκτάσεις με καλαμώνες, οι οποίες καταλαμβάνουν περίπου 32.000 στρέμματα. Στη λιμνοθάλασσα Ροδιά βρίσκεται ίσως ο μεγαλύτερος ενιαίος καλαμώνας της Ελλάδας. Καλαμώνες επίσης υπάρχουν στις παραποτάμιες περιοχές του υγρότοπου, όπως το μεγάλο τμήμα καλαμώνων κατά μήκος του ποταμού Λούρου, το οποίο θεωρείται ως μια από μεγαλύτερες συνεχόμενες ζώνες καλαμώνων στην Ελλάδα. Μπορεί κανείς εύκολα να φανταστεί το πόσο ιδανική είναι η περιοχή αυτή για χιλιάδες πουλιά και ψάρια της περιοχής. Πάνω από 250 είδη πουλιών διαχειμάζουν ή σταθμεύουν στην περιοχή, ενώ τουλάχιστον 75 από αυτά είναι σπάνια ή απειλούμενα. Μόνο οι διαχειμάζοντες πληθυσμοί των πουλιών έχουν υπολογισθεί να είναι πάνω από 100.000 άτομα.
Στην περιοχή υπάρχουν ασβεστολιθικοί λόφοι καλυμμένοι από σκληρόφυλλους αειθαλείς θάμνους, οι οποίοι αποτελούν καταφύγιο διαφόρων αρπακτικών πτηνών, τα οποία χρησιμοποιούν τροφοληπτικά τον υγρότοπο.
Η ιχθυοπαραγωγική ικανότητα του Κόλπου αν και μειωμένη σε σχέση με το παρελθόν, είναι ακόμη υψηλή. Εκτός από τους τρεις υγροτόπους των λιμνοθαλασσών, υπάρχουν άλλοι επτά μικρότεροι οι οποίοι συμπληρώνουν το σύμπλεγμα. Κέφαλοι, λαβράκια, τσιπούρες, μεγάλου μεγέθους γαρίδες (γάμπαρες), γλώσσες, σουπιές και φυσικά χέλια, είναι τα βασικά είδη ιχθυοπαραγωγής του Αμβρακικού Κόλπου, ενώ σημαντικές είναι και οι μυδοκαλλιέργειες της περιοχής. Από τον Κόλπο περνούν συχνά δελφίνια και μεγάλες θαλάσσιες χελώνες Carreta Carreta.
Ο Αμβρακικός Κόλπος είναι ένας υγρότοπος υψίστης αξίας όχι μόνο για τα Ελληνικά αλλά και για τα διεθνή δεδομένα. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την περιοχή προέρχεται από τα ρυπογόνα συστατικά που μεταφέρουν οι ποταμοί που εκβάλουν στην περιοχή καθώς και τα κατάλοιπα από την επεξεργασία των γεωργικών και κτηνοτροφικών προϊόντων από τις μονάδες της ευρύτερης περιοχής. Όμως η προστασία του υγρότοπου έχει γίνει συνείδηση στους κατοίκους και στις αρχές της περιοχής και εδώ και καιρό τελεί υπό ειδικό καθεστώς διαχείρισης.
Στην περιοχή του Μεσολογγίου βρίσκεται μια από τις μεγαλύτερες υγροτοπικές εκτάσεις της Ελλάδας. Το σύμπλεγμα αυτό των υγροτόπων ξεπερνά τα 220.000 στρέμματα, ενώ τμήμα της είναι και η λιμνοθάλασσα Μεσολογγίου - Αιτωλικού η οποία με έκταση 140.000 στρέμματα είναι η μεγαλύτερη λιμνοθάλασσα της Ελλάδας. Η μεγάλη αυτή υγροτοπική έκταση εκτείνεται σε μέτωπο μεγαλύτερο των 50 χιλιομέτρων προς τον Πατραϊκό κόλπο.
Το βασικό τμήμα του υγρότοπου περιλαμβάνει τρεις μεγάλες λιμνοθάλασσες: το νοτιότερο ρηχό, κεντρικό τμήμα που φθάνει μέχρι τη νησίδα πάνω στην οποία χτισμένη η πόλη Αιτωλικό και είναι γνωστή ως λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου, το βόρειο, βαθύτερο τμήμα που βρίσκεται στο επάνω τμήμα της νησίδας του Αιτωλικού και ονομάζεται λιμνοθάλασσα του Αιτωλικού και το ανατολικό τμήμα, η λιμνοθάλασσα της Κλείσοβα. Οι λιμνοθάλασσες αυτές - και ειδικά η λιμνοθάλασσα της Κλείσοβα - αποτελούσαν τη φυσική οχύρωση των περιοχών του Μεσολογγίου, δεδομένου ότι και το βορειότερο τμήμα αποτελούνταν από έλη. Η φυσική αυτή οχύρωση αυτή φάνηκε εξαιρετικά χρήσιμη, κατά την Ελληνική Επανάσταση.
Το βάθος των λιμνοθαλασσών δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλο. Το μέγιστο βάθος τους είναι περίπου δύο μέτρα, ενώ το μέσο βάθος τους είναι περίπου 40 cm. Εξαίρεση αποτελεί η λιμνοθάλασσα του Αιτωλικού στο βόρειο τμήμα, η οποία έχει μέγιστο βάθος 28 m. Η όλη περιοχή οφείλει εν πολλοίς τη σημερινή της διαμόρφωση στην εκβολή των δύο μεγάλων ποταμών του Αχελώου και του Ευήνου. Ο Αχελώος ο οποίος εκβάλει στο δυτικό τμήμα της περιοχής είχε τη μεγαλύτερη προσχωσιγενή δράση στην Ελλάδα - τουλάχιστον μέχρι πριν την κατασκευή των τριών φραγμάτων (Κρεμαστών, Καστρακίου και Στράτου). Παλαιότερα υπήρχαν μεγάλες εκτάσεις παραποτάμιων δασών, απομεινάρι των οποίων είναι το 600 στρεμμάτων Δάσος του Φράξου στην περιοχή του Λεσινιού. Ο Εύηνος που εκβάλει στα ανατολικά της περιοχής δεν έχει τόσο μεγάλη ροή καθ' όλη τη διάρκεια του χρόνου, όσο ο Αχελώος.
Κάθε χρόνο καταμετράται περίπου πληθυσμός 25.000-35.000 πουλιών στο συγκρότημα των λιμνοθαλασσών, αν και το τροφικό δυναμικό της περιοχής μπορεί να ικανοποιήσει πολύ μεγαλύτερους πληθυσμούς από αυτόν. Οι υγρότοποι του Μεσολογγίου αποτελούν μια από τις σημαντικότερες περιοχές διαχείμασης πουλιών και μια από τις σημαντικότερες στάσεις ανάπαυσης και τροφής των μεταναστευτικών σμηνών.
Η περιοχή είναι εξαιρετικά γνωστή όμως για την πλούσια ιχθυοπανίδα της, η οποία συνίσταται (η αλιευόμενη τουλάχιστον) κυρίως σε πέντε είδη κεφάλων, λαβράκια, τσιπούρες, χέλια και γωβιούς της λιμνοθάλασσας. Ο τρόπος αλιείας κυρίως γίνεται με ιχθυοσυλληπτικές εγκαταστάσεις οι οποίες τοποθετούνται στην έξοδο της λιμνοθάλασσας προς τη θάλασσα. Κάθε χρόνο τα αλιεύματα της περιοχής φθάνουν τους 2.000 - 4.000 τόνους ετησίως και όπως καταλαβαίνει κανείς είναι μια σημαντική πλουτοπαραγωγική πηγή για τους κατοίκους της περιοχής.
Μια επίσης πολύ μεγάλη πηγή εσόδων για την περιοχή αποτελεί και η Αλυκή του Μεσολογγίου, η παραγωγή της οποίας συνιστά περίπου το 65% της Ελληνικής αλατοπαραγωγής και καλύπτει το 50% των αναγκών της χώρας σε αλάτι. Οι τεράστιοι λευκοί λόφοι του αλατιού αποτελούν καταφύγιο για πολλά μεταναστευτικά κυρίως είδη πουλιών, λόγω του ότι ευνοούνται ως προς τη διατροφή τους από την αφθονία του μικροσκοπικού καρκινοειδούς που ονομάζεται αρτέμια και βρίσκεται μέσα στα πλημμυρισμένα αλατοπήγια ("τηγάνια" των αλυκών).
Το συγκεκριμένο υγροτοπικό σύστημα βρίσκεται στη βορειοδυτική Πελοπόννησο και εκτείνεται από το Ακρωτήριο του Αράξου μέχρι την ομώνυμη λιμνοθάλασσα Κοτύχι. Ο ασβεστολιθικός λόφος με το όνομα Μαύρα Βουνά δεσπόζεο στο βόρειο τμήμα της περιοχής έχοντας στους νότιους πρόποδές του τη λίμνη Πρόκοπος. Στην ίδια περιοχή η λιμνοθάλασσα του Αραξου είναι γνωστή για τις ποσότητες τσιπούρας που παράγει. Σύμφωνα με την παράδοση η λιμνοθάλασσα αυτή τροφοδοτούσε με ψάρια το Βατικανό κατά την περίοδο της Ενετοκρατίας. Προχωρώντας νοτιότερα συναντά κανείς το έλος Λάμια και ακόμη νοτιότερα τη λιμνοθάλασσα Κοτύχι. Από τους πρόποδες περίπου των Μαύρων Βουνών και για ένα μήκος περίπου 15 km μεταξύ των ελών και των λιμνοθαλασσών και του Ιονίου Πελάγους, παρεμβάλλεται το Δάσος της Στροφυλιάς, ένα εντυπωσιακό δάσος από πεύκα με ομπρελοειδές σχήμα. Η αμμουδερή αυτή λωρίδα έχει ένα πλάτος που ποικίλλει από 200 έως 800 m.
Η ιχθυοπανίδα της περιοχής είναι εξαιρετική. Ο Πρόκοπος, λίμνη με γλυκά κυρίως νερά (και υφάλμυρα κοντά στο δίαυλο επικοινωνίας του με τη θάλασσα) αποτελεί χώρο αλίευσης άφθονων ποσοτήτων κέφαλων και χελιών. Η Λάμια είναι επίσης σημαντικός χελότοπος, τα οποία αλιεύονται όμως μόνο στα περάσματά τους προς τη θάλασσα. Η λιμνοθάλασσα Κοτύχι τέλος με τους επτά χείμαρρους που εκβάλουν σε αυτή αποτελεί ένα σημαντικό φυσικό ιχθυοτροφείο. Στο Κοτύχι οι ιχθυοσυλληπτικές εγκαταστάσεις έχουν εκσυγχρονιστεί πλήρως, ενώ στον Πρόκοπο διατηρούν τον παραδοσιακό τους χαρακτήρα.
Η ορνιθοπανίδα της περιοχής είναι εξαιρετικά μεγάλη σε ποικιλία. Στη λιμνοθάλασσα Κοτύχι, διαχειμάζουν διάφορα είδη πάπια τα οποία ξεπερνούν τα 5.000 σε πληθυσμό, ενώ μπορεί κανείς να βρει ερωδιούς και άλλα παρυδάτια πουλιά. Η λίμνη Πρόκοπου και το έλος της Λάμιας χρησιμεύουν κυρίως σα στάση τροφής και ανάπαυσης για τα μεταναστευτικά σμήνη. Θα πρέπει να επισημάνουμε ότι ο υγρότοπος Κοτύχι είναι εξαιρετικής σημασίας μια και αποτελεί το νοτιότερο σημείο στο μεταναστευτικό άξονα των ευρωπαϊκών σμηνών.
Ο υγρότοπος Κοτύχι - Δάσους Στροφυλιάς είναι από τους καλύτερα διατηρημένους στον ελλαδικό χώρο. Και τούτο διότι το ιδιοκτησιακό αλλά και διαχειριστικό καθεστώς της περιοχής δεν επέτρεψε το χτίσιμο αυθαιρέτων παραθεριστικών κατοικιών. Οι εγκαταστάσεις του αεροδρομίου του γενικού επιτελείου Αεροπορίας οι οποίες βρίσκονται στα βορειοανατολικά του Αράξου και οι θορυβώδεις πτήσεις των πολεμικών αεροσκαφών δεν φαίνεται να φαίνεται να ενοχλούν τα πουλιά της περιοχής μια και δεν αντιδρούν παρά μόνο όταν οι πτήσεις αυτές γίνονται εξαιρετικά χαμηλά.